
Πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 28 Μάη, στη Λαμπηδόνα, η παρουσίαση του μυθιστορήματος του Γιάχια Σινουάρ, «Αγκάθια και γαρύφαλλα». Παραθέτουμε παρακάτω την εισήγηση της Δικτύωσης καθώς και σχετικό κείμενο που μας έστειλε ο σύντροφος πολιτικός κρατούμενος Δημήτρης Χατζηβασιλειάδης. Η σ. Αννα από τo ιστολόγιο Κραυγές απ' τα Κελιά μας παραχώρησε ένα ηχητικό της βιβλιοπαρουσίασης που μπορείτε να ακούσετε εδώ.
Εισήγηση της Δικτύωσης Αλληλεγγύης στην Παλαιστινιακή Αντίσταση
Συντρόφισσες και σύντροφοι, φίλες και φίλοι,
Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα δεν είναι ένα συνηθισμένο μυθιστόρημα. Δεν γράφτηκε από έναν επαγγελματία λογοτέχνη, ούτε από έναν παρατηρητή των γεγονότων που κοιτά την ιστορία από απόσταση. Γράφτηκε από έναν άνθρωπο που γεννήθηκε μέσα στην προσφυγιά, μεγάλωσε κάτω από κατοχή, πέρασε δεκαετίες στις ισραηλινές φυλακές και αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στον παλαιστινιακό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, τον Γιάχια Ιμπραχίμ Αλ Σινουάρ.
Η σημασία αυτού του βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο στο λογοτεχνικό του περιεχόμενο. Βρίσκεται κυρίως στο ότι μας επιτρέπει να δούμε την παλαιστινιακή υπόθεση μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που αποτέλεσε οργανικό κομμάτι της ιστορίας της. Σε μια εποχή που η εικόνα της Παλαιστινιακής Αντίστασης κατασκευάζεται σχεδόν αποκλειστικά από τα δυτικά και ισραηλινά μέσα παραπληροφόρησης, το βιβλίο αυτό λειτουργεί ως μια σπάνια πρωτογενής μαρτυρία, που αποτυπώνει τα γεγονότα όπως έχουν πραγματικά.
Ο Σινουάρ δεν παρουσιάζει έναν αφηρημένο κόσμο ιδεών. Περιγράφει μια κοινωνία διαλυμένη από τον εκτοπισμό, τη φτώχεια, τις φυλακίσεις, τους πολέμους και τη συνεχή στρατιωτική κατοχή. Περιγράφει όμως ταυτόχρονα και τη διαδικασία μέσα από την οποία γεννήθηκε, ρίζωσε και μαζικοποιήθηκε η Αντίσταση μέσα στον παλαιστινιακό λαό.
Και εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θέτει το βιβλίο. Πώς και γιατί αναδύθηκε η Χαμάς και γενικότερα το πολιτικό Ισλάμ μέσα στην Παλαιστίνη.
Για να κατανοήσουμε την άνοδο της Χαμάς πρέπει να δούμε το ιστορικό πλαίσιο. Για δεκαετίες, το παλαιστινιακό εθνικό κίνημα κυριαρχούνταν από κοσμικές και αραβοεθνικιστικές οργανώσεις, με κυριότερη τη Φατάχ, και την PLO. Οι οργανώσεις αυτές εξέφρασαν την ιστορική φάση της ανόδου του αραβικού εθνικισμού μετά τη δεκαετία του ’50 και συνδέθηκαν με τα μεγάλα αντιαποικιακά κινήματα της εποχής.
Όμως η ήττα των αραβικών κρατών το 1967, η σταδιακή ενσωμάτωση τμημάτων της παλαιστινιακής ηγεσίας σε διεθνείς διπλωματικούς σχεδιασμούς, η φθορά των κοσμικών εθνικιστικών ρευμάτων αλλά και η συνολική κρίση του αραβικού κόσμου δημιούργησαν ένα τεράστιο πολιτικό κενό.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες άρχισε να αναπτύσσεται το πολιτικό Ισλάμ. Όχι ως ένα «ξένο σώμα» στην παλαιστινιακή κοινωνία, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά ως κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα που πάτησε πάνω στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας αυτής. Οι ισλαμικές οργανώσεις αναπτύχθηκαν μέσα στις γειτονιές, στα πανεπιστήμια, στα τζαμιά, στα δίκτυα αλληλεγγύης, στην καθημερινή ζωή των προσφυγικών καταυλισμών. οικοδομώντας κοινωνικές δομές, πολιτικούς δεσμούς και οργανωτική συνοχή.
Η Πρώτη Ιντιφάντα, που ξέσπασε το 1987, υπήρξε το μεγάλο σημείο καμπής. Ήταν μια μαζική λαϊκή εξέγερση απέναντι στην κατοχή. Δεν ήταν μόνο ένοπλη σύγκρουση. Ήταν κοινωνική έκρηξη. Μαθητές, φοιτητές, εργάτες, γυναίκες, άνεργοι, πρόσφυγες συγκρούστηκαν καθημερινά με τον ισραηλινό στρατό κατοχής.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία έκανε την εμφάνιση της η Χαμάς. Η εμφάνισή της δεν ήταν ιστορικό ατύχημα. Ήταν προϊόν των συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί στην παλαιστινιακή κοινωνία και της ανάγκης ενός τμήματος των μαζών να βρουν μια νέα μορφή πολιτικής και οργανωτικής έκφρασης.
Το βιβλίο του Σινουάρ είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Δείχνει πώς μια γενιά νέων Παλαιστίνιων πέρασε από τον πετροπόλεμο, τις διαδηλώσεις και τις φοιτητικές κινητοποιήσεις στη συγκρότηση οργανωμένων μορφών αντίστασης. Δείχνει επίσης τη σημασία που απέκτησε η σύγκρουση γύρω από τους συνεργάτες της κατοχής, το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής και το πώς η ίδια η κατοχή διαμόρφωνε καθημερινά νέους κύκλους βίας και ριζοσπαστικοποίησης.
Οι Συμφωνίες του Όσλο αποτέλεσαν καθοριστική τομή. Για ένα μεγάλο μέρος του παλαιστινιακού λαού παρουσιάστηκαν ως η αρχή της ειρήνης και της κρατικής υπόστασης. Στην πράξη όμως, η κατοχή όχι μόνο δεν τερματίστηκε αλλά βάθυνε. Οι εποικισμοί επεκτάθηκαν, η εξάρτηση ενισχύθηκε και η Παλαιστινιακή Αρχή αποτέλεσε έναν μηχανισμό διαχείρισης της κατοχής για λογαριασμό των σιωνιστών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Χαμάς εμφανίστηκε σε μεγάλα τμήματα των Παλαιστίνιων ως δύναμη που δεν αποδέχτηκε τη συνθηκολόγηση και δεν βυθίστηκε στην διαφθορά της Παλαιστινιακής Αρχής του Αραφάτ και της παλαιστινιακής οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις ή πολιτικά αδιέξοδα. Σημαίνει όμως ότι η κοινωνική της επιρροή δεν ήταν αποτέλεσμα προπαγάνδας, αλλά συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτικών όρων.
Ο ίδιος ο Σινουάρ υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πορείας. Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στη Χαμάς και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους οργανωτές της μέσα στη Γάζα. Η πολυετής φυλάκισή του από το Ισραήλ τον κατέστησε σύμβολο για μεγάλα τμήματα της παλαιστινιακής κοινωνίας. Μετά την αποφυλάκισή του το 2011, στο πλαίσιο της ανταλλαγής παλαιστίνιων αιχμαλώτων με τον ισραηλινό λοχία Γκιλάντ Σαλίτ, ανέλαβε όλο και πιο κεντρικό ρόλο στη στρατιωτική και πολιτική ανασυγκρότηση της Χαμάς στη Γάζα.
Το βιβλίο φυσικά γράφτηκε πριν από όλα όσα ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια. Όμως διαβάζοντάς το σήμερα, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαδρομή που οδήγησε στα γεγονότα της 7ης Οκτώβρη του 2023.
Η επιχείρηση της 7ης Οκτώβρη, που πήρε την κωδική ονομασία «Κατακλυσμός του Αλ- Ακσα», δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Ήταν προϊόν δεκαετιών πολιορκίας, αποκλεισμού, κατοχής και αδιεξόδου. Για χρόνια το παλαιστινιακό ζήτημα επιχειρήθηκε να θαφτεί πολιτικά και διπλωματικά. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ, η προσέγγιση των αμερικανόδουλων αραβικών καθεστώτων του Κόλπου με την σιωνιστική οντότητα και η διεθνής αδιαφορία δημιουργούσαν την εικόνα ότι η Παλαιστίνη είχε πάψει να αποτελεί κεντρικό ζήτημα στη Μέση Ανατολή.
Η 7η Οκτώβρη ανέτρεψε βίαια αυτή την εικόνα.
Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις ή εκτιμήσεις που μπορεί να υπάρχουν, είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τη σημερινή Μέση Ανατολή χωρίς να αναγνωρίσει ότι η επιχείρηση αυτή λειτούργησε ως ιστορική θρυαλλίδα. Άνοιξε έναν νέο κύκλο εξελίξεων σε ολόκληρη την περιοχή. Οδήγησε στη γενικευμένη ισραηλινή επίθεση στη Γάζα, στην εποποιία της Παλαιστινιακής Αντίστασης και στην τεράστια ανθρωπιστική καταστροφή που προκάλεσαν οι σιωνιστές, στην ενεργοποίηση πολλαπλών περιφερειακών δυνάμεων και στην επανεμφάνιση του παλαιστινιακού ζητήματος στο κέντρο της διεθνούς πολιτικής.
Ταυτόχρονα, πυροδότησε ένα παγκόσμιο κύμα κινητοποιήσεων αλληλεγγύης, πρωτοφανές για τις τελευταίες δεκαετίες. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο βγήκαν στους δρόμους, αμφισβητώντας ανοιχτά τη δυτική πολιτική στήριξης προς το Ισραήλ και φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της κατοχής και της αποικιοκρατίας στην Παλαιστίνη.
Ο Σινουάρ, ως μία από τις βασικές ηγετικές μορφές της Χαμάς εκείνη την περίοδο, βρέθηκε στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων. Για το Ισραήλ και τις δυτικές κυβερνήσεις αποτέλεσε τον κύριο στόχο δαιμονοποίησης. Για τη συντριπτική πλειοψηφία του παλαιστινιακού λαού και των αραβικών μαζών, συμβόλιζε τη συνέχιση της αντίστασης απέναντι σε μια κατοχή που διαρκεί περισσότερο από επτά δεκαετίες. Ένας λαϊκός ηγέτης που έζησε και πέθανε για τον λαό του.
Το βιβλίο του αποκτά έτσι μια επιπλέον σημασία. Δεν μας επιτρέπει μόνο να γνωρίσουμε τον ίδιο ως πολιτική προσωπικότητα. Μας βοηθά να κατανοήσουμε το ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν η Χαμάς, το πολιτικό Ισλάμ και συνολικά η σύγχρονη Παλαιστινιακή Αντίσταση.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο στοιχείο της έκδοσης αυτής: ότι μας καλεί να προσεγγίσουμε την παλαιστινιακή υπόθεση όχι μέσα από εύκολες ηθικολογίες ή έτοιμα σχήματα και ιδεοληψίες, αλλά ως πραγματικό ιστορικό και πολιτικό ζήτημα. Να δούμε τους ανθρώπους της Παλαιστίνης όχι σαν αφηρημένα σύμβολα, αλλά ως έναν λαό που αγωνίζεται εδώ και δεκαετίες μέσα σε εξαιρετικά σκληρές συνθήκες.
Η αλληλεγγύη προς τον παλαιστινιακό λαό δεν προϋποθέτει ιδεολογική ταύτιση με κάθε πολιτική δύναμη που δρα στο εσωτερικό του. Προϋποθέτει όμως την αναγνώριση του δικαιώματος ενός λαού να αντιστέκεται στην κατοχή, στον εκτοπισμό και στην αποικιοκρατική βία, προτάσσοντας την μαζική ένοπλη λαϊκή αντιβία.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το βιβλίο του Σινουάρ σημαντικό: μας φέρνει σε επαφή με την εσωτερική ιστορία αυτού του αγώνα. Με τις αντιφάσεις του, τις τραγωδίες του, τις μεταμορφώσεις του και την ιστορική του επιμονή.
Γιατί η Παλαιστίνη δεν είναι μόνο ένα γεωπολιτικό ζήτημα. Είναι μια ζωντανή ιστορία αντίστασης που συνεχίζει να διαμορφώνει τη συνείδηση εκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Κείμενο του συντρόφου πολιτικού κρατούμενου Δημήτρη Χατζηβασιλειάδη
Καλησπέρα σας.
Ελπίζω να μην διαψεύσω τον σύντροφο, που μου πρότεινε αφότου διάβασα το βιβλίο, να γράψω κάτι για αυτό. Με πολύ χαρά δέχτηκα την ευθύνη για ετούτη την εκδήλωση.
Έμαθα πρώτη φορά για τον Γιάχια Σινουάρ, τον «ψαρά»*, σχετικά πρόσφατα, μόλις ανέλαβε την ηγεσία της Χαμάς, μεσούντων του γενοκτονικού βομβαρδισμού και της εισβολής στη Γάζα. Διαβάζοντας ότι βρισκόμενος δύο δεκαετίες στη φυλακή εμπνεύστηκε την υπόγεια οχύρωση του αντιστασιακού κοινωνικού θύλακα και την επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ Ακσά, ένιωσα βαθιά εγγύτητα με αυτόν τον άνθρωπο. Οι σήραγγες της Γάζας, όπως και οι σήραγγες των Ζωνών Άμυνας Μεντίγια στο Κουρδιστάν, θα μείνουν στην ιστορία του ελεύθερου ανθρώπου ως τα μεγαλύτερα από τα θαύματα του κόσμου. Ο χριστιανισμός κατέκτησε την αυτοκρατορία και τον κόσμο ξεκινώντας από τις κατακόμβες, η αυτοκρατορία σήμερα αποσυντίθεται μαζί με την υποκρισία της, από το υπόγειο ρίζωμα της οικουμενικής κοινότητας.
Την πρώτη φωτογραφία του Σινουάρ που βρήκα, από ένα άρθρο του Αμπολίσιον Μίντια, την έβαλα στο κελί μου, κάτω από τη μαύρη σημαία και το αστέρι του PKK, δίπλα στις πολιτοφυλακές της νεολαίας της Ροζάβα και στη νεαρή Λεϊλά Χάλεντ. Ζήτησα αμέσως από τους συντρόφους να μου βρουν το βιβλίο “Αγκάθια και γαρύφαλλα”, αν είχε μεταφραστεί σε κάποια γλώσσα που να διαβάζω. Έναν χρόνο μετά ήρθε η ελληνική μετάφραση. Εν τω μεταξύ, ο συγγραφέας σκοτώθηκε στη μάχη. Ανάμεσα στο σύνολο των αγωνιστικών πράξεών του, μας άφησε και ετούτο το βιβλίο, που γράφτηκε την ίδια περίοδο της έμπνευσης της μεγάλης εξόδου.
Ο συγγραφέας επέλεξε να δώσει στον κόσμο την ιστορία της ζωής και της αντίστασης του λαού του, από τον πόλεμο του 1967 μέχρι τις μέρες της συγγραφής, με μυθιστόρημα, όχι με ιστορικό ημερολόγιο, ούτε με πολιτικό δοκίμιο. Η εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης ξεκινά με τη δήλωση ότι το έργο δεν γράφτηκε από λογοτέχνη. Σίγουρα ο Γιάχια Σινουάρ δεν ήταν επαγγελματίας λογοτέχνης. Ήταν πολιτικό στέλεχος της αντίστασης. Και δεν ξέρω αν θα μπορούσε κάποιος μέσα στην κατεχόμενη Γάζα να βιοποριστεί ως λογοτέχνης. Ωστόσο, η αντίσταση και ειδικά από την αιχμαλωσία έχει πλάσει μοναδικούς λογοτέχνες, όπως ο Καμίλ Αμπού Χανίς. Δεν θέλω να παραστήσω τον ειδήμονα στη λογοτεχνία, επιπλέον δεν έχω την κατάλληλη σπουδή. Διαβάζω τα λογοτεχνικά έργα με την πολιτικά στρατευμένη ματιά μου. Όμως, η γνωστή διάκριση μορφής και περιεχομένου είναι μια παραφυσική ιδεαλιστική αρλούμπα. Ως επαναστάτες, κρίνουμε τις εκφραστικές μορφές μέσα από το ταξικό-κοινωνικό πολιτικό πρίσμα μας. Προτού κρίνουμε το έργο, η πολιτική κρίση και απόφαση του στρατευμένου συγγραφέα, έχει ζωγραφίσει το χαρτί και τη φαντασία μας με τον ιδιαίτερο τρόπο της. Ο Γιάχια Σινουάρ, ο «ψαράς» των υποκρυπτόμενων σημείων, ακριβώς επειδή ήταν ένας αντάρτης με λεπτεπαισθησία κρίσης και φροντίδας, έγινε και μοναδικός λογοτέχνης. Άλλωστε, είχε σπουδάσει αραβική γλώσσα και λογοτεχνία, ενώ μέσα στη φυλακή μελέτησε την εβραϊκή γλώσσα και ιστορία.
Το λογοτεχνικό φαντασιακό έδωσε στον «ψαρά» τη δυνατότητα να μιλήσει ζωντανά, σε πρώτο πρόσωπο, για όλον το λαό του, όλες τις πτυχές του αγώνα του, όλα τα πρόσωπά του. Η αντίσταση είναι ζωντανή συνέχεια, γενετικά ενιαία, όχι μνήμη νεκρή και κομματιασμένη ή στην καλύτερη περίπτωση αποσπασματικά παρούσα, όπως θα μπορούσε να την αποδώσει ένα ιστοριογραφικό κείμενο ή ένας πολιτικός απολογισμός. Ο Άχμαντ είναι φωνή διαχρονικής συλλογικής συνείδησης. Ένα φτωχόπαιδο, που δεν έγινε εξέχουσα προσωπικότητα, ενσάρκωσε την κοινή φωνή.
Ο Άχμαντ δεν συλλέγει τα γεγονότα σαν περιπλανώμενος εξερευνητής, ως ένα αυτοτελές πρόσωπο που καταδύεται σε μία κοινωνική άβυσσο. Ένα ριζικό οργανικό νήμα ενώνει τα πρόσωπα δια μέσου της οικογένειας, της εντοπιότητας και των κοινωνικών θεσμών. Η λαϊκή και αντιστασιακή ενότητα δεν αιωρείται στην εφήμερη νεφελώδη κατάσταση μιας πολιτικής ερμηνείας. Η φωνή και η οικογένειά της αποτελούν έναν επαμφοτερισμό. Δια μέσου της οικογένειας οι άνθρωποι εγγράφονται και εκτείνονται στη λαϊκή κοινότητα. Στην οικογένεια διασταυρώνονται όλοι οι δρόμοι της αντίστασης. Η οικογένεια του Άχμαντ είναι ο Παλαιστινιακός λαός, ο λαός είναι οικογένεια ή δεν είναι τίποτα: εκμηδενίζεται και αφομοιώνεται στην αποικιοκρατική επιθετικότητα. Η πολιτική δυναμική δεν υπάρχει δίχως το κοινωνικό ρίζωμα. Π.χ. μέχρι και ο εφηβικός ιδιοτελής δόλος, ενέχει ήδη το σπέρμα του ξεπουλήματος στον εχθρό. Ο «ψαράς» ήταν αγκυρωμένος στην κοινωνική οργανικότητα. Έτσι μπορεσε και διαμόρφωσε πολιτικούς ορίζοντες.
Στη διηγούμενη ιστορική περίοδο, η Παλαιστινιακή οικογένεια έδινε διπλό αγώνα επιβίωσης: απέναντι στη στρατιωτική βία και τρομοκρατία του σιωνισμού και απέναντι στην απόλυτη στέρηση πόρων, συνθήκη που παραγόταν από την αποικιοκρατία. Η Παλαιστινιακή λαϊκότητα είναι προσδιορισμένη ταξικά. Ο «ψαράς» το περιγράφει ευκρινώς, η οικονομική ανέλιξη ξεριζώνει τον άνθρωπο και τον οδηγεί στην πολιτική προδοσία. Η μόνη σωτηρία για την ψυχή εκείνων που αποκτούν κύρος και έσοδα, είναι η ολική στράτευση στην αντίσταση. Στο κεφάλαιο όπου ο συγγραφέας πραγματεύεται το ζήτημα της δουλειάς στα κάτεργα του αποικιοκράτη, η σφαιρικά υλιστική πολιτική οπτική του γίνεται λαϊκο-ταξική. Η ιστορία που φτάνει 20 χρόνια μετά την καταγραφή της να εξορμήσει μαζικά στο αποικιακό οχυρό και να περιμένει την ιμπεριαλιστική στρατιωτική μηχανή, για να την τσακίσει μέσα από την υπόγεια αντιστασιακή πολιτεία, είναι η ιστορία που ξεκινά σε έναν λάκκο στην αυλή του φτωχόσπιτου, καταφύγιο από τους βομβαρδισμούς στον προσφυγικό καταυλισμό.
Το τελευταίο τρίτο του βιβλίου διατρέχει με επικό τόνο την αντάρτικη αντεπίθεση των αποστερημένων, ενώ συγχρόνως την περιγράφει με ωμότητα. Αν αισθανόμαστε ένα χάσμα ανάμεσα, αφενός στη συμπάθεια για τα βάσανα και την εξέγερση, όπως περιγράφονται από την αρχή του βιβλίου και αφετέρου στην ωμή παρουσίαση των αντιστασιακών δράσεων που αγριεύουν και πολλαπλασιάζονται, το χάσμα είναι ολότελα δικό μας, των ευρωπαίων αναγνωστών. Η ιστορία που διηγείται ο «ψαράς» είναι συνεχής. Αν κάτι μας δυσκολεύει να ταυτιστούμε με την αναγκαία αγριότητα της αντίστασης, ας αναρωτηθούμε από πού προέρχεται αυτό; Μήπως είναι η υποκριτική ιδεολογία της αστικής τάξης, που διεισδύει και σαπίζει την επαναστατική ηθική; Ίσως μας απωθεί η ιδέα να σφάξουμε έναν ταξικό εχθρό με ένα μαχαίρι. Ίσως μας φαίνεται πολιτικά αμφισβητήσιμος ο πυροβολισμός στην καρδιά ενός φασίστα που εκλιπαρεί για έλεος. Πιθανότατα να μην χωράει στα ιδανικά μας ένα ανατιναγμένο λεωφορείο στο οποίο μπορεί να επέβαιναν και παιδιά του αποικιακού οργανισμού. Αλλά τι καλύτερο έχουμε προσφέρει στην αντίσταση εκείνων που εξοντώνονται σήμερα, κάθε μέρα; Μήπως πρέπει να περάσουμε από τον σπαστήρα της ιστορίας τα όμορφα και βολικά ιδανικά; Εν τέλει, γιατί η άκαπνη διανόηση του Βορρά έχει καλύτερη συνείδηση από εκείνων που αυτοθυσιάζονται για την κοινότητα ξεκινώντας με τα σπίρτα και το κουζινομάχαιρο;
Παρότι δεν είναι εδώ η στιγμή των πολιτικών αναλύσεων, να σημειώσω μόνο, αναφορικά με τον θρησκευτικό χαρακτήρα της παρούσας ηγεσίας του Παλαιστινιακού κινήματος, θρησκευτικότητα υπέρχειλη στο βιβλίο του Σινουάρ, ότι η υπερβατολογική ταυτότητα ανταποκρίνεται στην πραγματική συνθήκη του ολοκληρωτικού γενοκτονικού πολέμου. Ο χυδαίος υλισμός και ατομικισμός, ο θετικισμός, η λογική των ελάχιστων κινδύνων και ο ουδέτερος ανθρωπισμός, είναι ακατάλληλα ιδεολογικά υλικά για την αντίσταση ενάντια στην ιμπεριαλιστική γενοκτονία. Αν δεν αναγνωρίζουμε τον κοινωνικό τόπο μας στην οικογένεια του Άχμαντ, μάλλον κατοικούμε στον κόσμο που παράγει τις ιμπεριαλιστικές σφαγές.
Εχουμε την ευλογία να μπορούμε να διαβάσουμε και να τραφούμε από το βιβλίο του «ψαρά», επειδή η συγγραφή του και η απόδρασή του απο τη φυλακή προστατεύτηκαν συλλογικά. Κάθε σέλιδα που γραφόταν, γινόταν αμέσως κοινός θησαυρός. Οι λέξεις κατέκλυσαν τις υπόγειες αρτηρίες της μεγάλης οικογένειας και έσπασαν το τείχος. Δέκα χρόνια μετά, η ένοπλη διάρρηξη του παραπετάσματος της ιμπεριαλιστικής υποκρισίας αποκάλυψε ότι ο Σινουάρ και η οικογένειά του είχαν δίκιο.
Στο τέλος της αφήγησης, στο σημείο επανεκκίνησης που βρισκόμαστε κάθε στιγμή, η φωνή αποχαιρετά τον πεσόντα αδερφό, με μαύρες σημαίες και με το τουφέκι στο χέρι. Με την ψυχή μας, με το αίμα μας, για την απελευθέρωση του παγκόσμιου Νότου. Η Ισράα έχει εμπόδια και πόνους, αλλιώς δεν θα είχε νόημα. Πώς να λυτρωθούμε εσύ και εγώ, αν δεν λυτρωθεί ο κόσμος από την τυραννία; Θα φέρω μία πολυθρόνα να κάτσω δίπλα σου, μεγάλε αδερφέ μου, μέρες ανθοφορίας, να θαυμάσουμε τα γαρύφαλλα και τα αγκάθια που ανατέλλουν μέσα από τα συντρίμμια.
Επ’ ευκαιρία ετούτης της δημόσιας έκφρασής μου, να πω ότι πρέπει να δώσουμε όλη τη δύναμή μας στους απεργούς πείνας της αντιστεκόμενης κοινότητας των Προσφυγικών Αλεξάνδρας.
Δημήτρης Χατζηβασιλειάδης
* Σημ. Δικτύωσης: Σχετικά με την ερμηνεία του επωνύμου Sinwar επικρατεί μία σύγχυση. Ετυμολογικά, σύμφωνα με τη ρίζα του επωνύμου, η ερμηνεία είναι «νεαρό λιοντάρι» ή «πάνθηρας» και κατ' επέκταση «ανδρείος». Η ερμηνεία «ψαράς», που δημιουργεί τη σύγχυση, προκύπτει (α) από την ομόηχη και με παρόμοια ρίζα —αλλά όχι ίδια— αραβική λέξη sinnara (صِنّارة) που σημαίνει «αυτός που περνάει το αγκίστρι», δηλ. ο ψαράς, και (β) διότι η οικογένεια του Sinwar ήταν ψαράδες με καταγωγή από το ψαροχώρι Μάτζνταλ (σήμερα Ασκελόν), πριν τη Νάκμπα.









